ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Χριστούγεννα, χιόνι και βροχή

«Μα βροχή και χιόνι μαζί δεν πάνε» διαμαρτυρήθηκε άτονα το αγόρι κοιτώντας παρακλητικά την αδελφή του για ενίσχυση. Εκείνη του έγνεψε αόριστα, είχε κουραστεί, ότι και να έλεγε ο μικρός η μητρική εντολή ήταν ρητή, αφού υπήρχε η βροχή στην κούτα με τα πολυκαιρισμένα χριστουγεννιάτικα, θα την έβαζαν οπωσδήποτε. Η ανάσα του μουχλιασμένου κουτιού σύρθηκε σαν αναστεναγμός σ’ ολόκληρο το δωμάτιο.

Συνέχισε ανόρεχτα να στολίζει το δέντρο μόνη της, έριξε ένα ακόμη κρόσσι ασημένιας βροχής στο κλαρί ζουλώντας νευρικά το υπόλοιπο ματσάκι στην ιδρωμένη της παλάμη να το εξαφανίσει… Υποτίθεται πως έπρεπε να βάλει προσεκτικά πάνω στα κλαδιά όλες τις στραπατσαρισμένες γκριζωπές κλωστές μία προς μία χωρίς να μπερδευτούν με το κιτρινισμένο χιόνι. Ο θυμός τής έφερε ναυτία, διπλώθηκε στα δυο κι ακούμπησε πλάι στη φάτνη τα δύο πλαστικά προβατάκια, που αγαπούσε από μικρή, να χουχουλιάζουν το βρέφος.

Σε κάθε κίνηση την έπνιγε ο πυκνός καπνός Γκωλουάζ, που ξεφυσούσε με μανία η μάνα της ενάντια σε αόρατο εχθρό, στριφογυρνώντας ανάμεσα στα στολίδια επιβλέποντας, τάχα τη διακόσμηση. Το δωμάτιο βουλιάζει σε πηχτή πάχνη. Ωραίο είναι έτσι, ψέλλισε πάλι ο μικρός, τρεμοπαίζοντας τα δακρυσμένα απ’ τον καπνό μάτια του, μπορούμε να τον κρατήσουμε για σύννεφο, ε; Η φωνή του κρεμάστηκε στο πιο χαμηλό κλαράκι. Η Μ. δεν καταδέχτηκε ούτε βλεφάρισμα, είχε άλλα επείγοντα· τελικά προσπαθώντας να μην πέσει η στάχτη στο χαλί έσπασε με μια αδέξια κίνηση την πιο μεγάλη, την πιο όμορφη μπάλα. Κλώτσησε το ασημί κουφάρι. Άιι, το καλτσόν κοκκίνισε. Το πρόσωπο κιτρίνισε πανιασμένο. Αυτή, κλειδωμένη στο σπίτι με τα παιδιά, κι αυτός αλλού. Παγωμένη για δευτερόλεπτα εικόνα.

Η Ιφιγένεια σκορπίζει τώρα όλο και πιο βιαστικά τα βρώμικα ασημένια κρόσσια ανάμεσα στις μπάλες. Τα πετάει στην τύχη, σκεπάζει όλο το δέντρο. Η βροχή στο δωμάτιο δυναμώνει, πυκνώνει ανελέητα, γίνεται ραγδαία, σηκώνεται άνεμος ξαφνικός, γκρίζος, στροβιλίζονται, κουδουνίζουν τα κρεμασμένα τρίγωνα, ριγούν τάραντοι κι ελάφια, τα κλαδιά αναδεύονται, ξηλώνεται το μπαμπακένιο χιόνι, φεύγει προς το ταβάνι.

Η Μ. φέρνει τα χέρια πανικόβλητη στα κρεπαρισμένα της μαλλιά. «Πάω για τσιγάρα» φωνάζει μέσ’ στην κοσμοχαλασιά και κοπανάει πίσω της την πόρτα.

Στο δωμάτιο όλα ησυχάζουν.

Είδες τελικά πόσο καλή είναι η βροχή είπε η Ιφιγένεια κι έσφιξε το αγόρι στην αγκαλιά της. Για λίγη ώρα θα είναι ήσυχοι οι δυο τους. Στο περβάζι του παραθύρου το έχει ήδη στρώσει, στο βάθος η λεωφόρος λάμπει κάτασπρη.

[Δημοσίευση μιας πρώτης μορφής του διηγήματος στην (εφ. Αυγή 25.12.2028).]

Επιστροφή στα αποτελέσματα αναζήτησης
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543